Μ Α Ν Α
Ένας άγγελος προβληματισμένος πλησίασε τον Θεό και τον ρώτησε:
__ Θεέ μου, πώς μπορούμε να προστατέψουμε τα αθώα παιδάκια;
Η απάντηση άμεση και καταλυτική από Εκείνον.
__ Μα, έπλασα τη μάνα.
Πόσο δίκιο είχε!
Αφού έβαλε στη ζωή μας το ανιδιοτελέστερο, κεντρικότερο και ιερότερο πρόσωπο και φύτεψε ταυτόχρονα μια ροδωνιά συγκατάβασης, προσφοράς, αγάπης, θυσίας, στοργής κι αστείρευτης υποστήριξης.
Ευλογημένος και ο πιο προνομιούχος άνθρωπος η γυναίκα, γιατί γεννάει και με τη γέννα της, εκτός από το ότι η ίδια αγγίζει την ολοκλήρωσή της σωματικά και ψυχοπνευματικά, βλέπουν το φως της ζωής δύο υπάρξεις, το παιδί και η μάνα.
Ευλογημένη, αφού για όλο τον υπόλοιπο κόσμο απλά είναι μια μητέρα ενώ για το παιδί είναι ο κόσμος ολάκερος. Και έγινε μάνα για να μπορεί κάθε φορά που κάτι σκέπτεται πάντα να σκέπτεται διπλά, μια για τον εαυτό της και μια για το παιδί της.
Ευλογημένη, γιατί είναι αποφασισμένη καθημερινά να βάζει την ευτυχία και την ευημερία των παιδιών της πάνω από τη δική της. Να αγωνίζεται για το σωστό και να ελέγχει τον εαυτό της, αν νομίσει ότι κάπου λάθεψε.
Ευλογημένη, γιατί ξορκίζει τα δύσκολα, συνειδητοποιεί δυνατότητες, που ίσως να μην ήξερε ότι έχει, οικειοποιείται χωρίς μεμψιμοιρίες τις ανησυχίες και τους πόνους των παιδιών της και μοιράζει αγάπη απλόχερα.
Γράφει σχετικά ο Ελύτης:
"Και ένα τέταρτο (1/4) μητέρας αρκεί για δέκα ζωές και πάλι κάτι θα περισσέψει, που να το ανακράξεις σε στιγμή μέγιστου κινδύνου".
Θα καταλήξω με έναν ύμνο της μάνας, που, ό,τι δεν κατάφερε όσο ζούσε, το πέτυχε με τον θάνατό της.
Γράφει λοιπόν ο Νίκος Γκάτσος:
"Δύο γιους είχες μανούλα μου, δυο δέντρα δύο ποτάμια,
δύο κάστρα βενετσιάνικα, δύο πόθους δυο λαχτάρες.
Ένας για την Ανατολή κι ο άλλος για τη Δύση
κι εσύ στη μέση μοναχή κοιτάς ρωτάς τον Ήλιο.
Ήλιε που βλέπεις τα βουνά, που βλέπεις τα ποτάμια
οπού θωρείς τα βάσανα και τις φτωχές μανούλες
αν δεις τον Κώστα φώναξε και τον Αντρέα πες τους
μ' ένα καημό τ' ανάστησα μ' ένα λυγμό τα εγέννα.
Μα κείνοι παίρνουνε βουνά, διαβαίνουνε ποτάμια
ένας τον άλλο ψάχνουνε ν' αλληλοσκοτωθούνε.
Κι εκεί στο πιο ψηλό βουνό, στην πιο ψηλή ραχούλα
σιμά τον ύπνο παίρνουνε, όνειρο ίδιο βλέπουν.
Στης μάνας τρέχουνε κι οι δυο το νεκρικό κρεβάτι
μαζί τα χέρια δίνουνε, της κλείνουνε τα μάτια.
Και τα μαχαίρια μπήγουνε βαθιά μέσα στο χώμα
κι απέκει ανάβλυσε νερό να πιεις, να ξεδιψάσεις."

